Παρασκευή 16 Μαΐου 2014

Πώς τοποθετήθηκαν στο Ευρω-ντιμπέιτ οι υποψήφιοι πλην Τσίπρα

Του Κώστα Ράπτη

Η Ευρώπη της ομοφωνίας είναι εδώ! Και εκφράστηκε ηχηρά σε ένα από τα ερωτήματα που τέθηκαν κατά το ντιμπέιτ της Πέμπτης στους πέντε επικεφαλής των ψηφοδελτίων των ευρωπαϊκών πολιτικών ομάδων στις επικείμενες ευρωεκλογές: το να προτείνουν οι ηγέτες των “28” οποιοδήποτε πρόσωπο εκτός της πεντάδας για την προεδρία της επόμενης Κομισιόν είναι “αδιανόητο”

“Αν είναι έτσι, να κλείσουμε το Ευρωκοινοβούλιο” παρατήρησε ο επικεφαλής των Φιλελευθέρων και πρώην πρωθυπουργός του Βελγίου Guy Verhofstadt. “Θα αποτελούσε παραβίαση της Λισαβώνας” συμπλήρωσε η εκπρόσωπος των Πρασίνων Γερμανίδα ευρωβουλευτής Ska Keller. Η επιλογή ενός εκ των επικεφαλής των ψηφοδελτίων είναι “πράξη εκδημοκρατισμού της Ευρώπης” παρατήρησε ο Αλέξης Τσίπρας. “Αν οι κυβερνήσεις ή ακριβέστερα ορισμένες από αυτές προκρίνουν μια τέτοια επιλογή, δεν θα ξαναψηφίσει κανείς το 2019” δήλωσε ο επικεφαλής του ψηφοδελτίου του ΕΛΚ και πρώην πρωθυπουργός του Λουξεμβούργου Jean-Claude Juncker – υποδεικνύοντας διακριτικά τον κύριο ύποπτο. Οπότε, ως Γερμανός, ο πρόεδρος του Ευρωκοινοβουλίου και επικεφαλής των Σοσιαλιστών Martin Schultz το ξεκαθάρισε ρητά: “Η υπόθεση έχει τελειώσει. Οποιοσδήποτε άλλος απλώς δεν θα εγκριθεί από τον Ευρωκοινοβούλιο.

Μόνο η κ. Merkel δηλώνει ότι δεν υπάρχει “αυτοματισμός” ανάμεσα στο αποτέλεσμα των ευρωεκλογών και την υπόδειξη του νέου προέδρου της Κομισιόν. Πράγματι, ούτε το γερμανικό Σύνταγμα προβλέπει με κάποιον αυτοματισμό ότι η κ. Merkel θα είναι καγκελάριος. Χρειάζεται να συγκροτήσει κυβερνητική συμμαχία”...
Με αυτή την έννοια, ένα κρίσιμο διακύβευμα έχει ήδη κριθεί πριν καν ανοίξουν οι κάλπες: παρά τις αμφίσημες διατυπώσεις της Συνθήκης της Λισαβώνας οι 28 κυβερνήσεις μοιάζουν να έχουν χάσει τη δυνατότητα να ορίζουν τον πρόεδρο της Κομισιόν κατά το δοκούν.

Θα είναι, κρίνοντας από την πεντάδα, ο επόμενος πρόεδρος της Κομισιόν ο ισχυρός ηγέτης που συνεπάγεται η μεγαλύτερη δημοκρατική νομιμοποίησή του; Όχι απαραίτητα, αν κρίνουμε από την παρουσία των υποψηφίων στο ντιμπέιτ της Πέμπτης.

Ο Guy Verhofstadt ήταν αυτός που χρησιμοποίησε τη λέξη “ηγεσία” περισσότερο από οποιανδήποτε άλλη – και απέδωσε κατεξοχήν στην έλλειψή της τις τωρινές δοκιμασίες της Ε.Ε. Έφθασε μάλιστα να επικαλεστεί ως πρότυπο τον Jacques Delors, τον ισχυρότερο πρόεδρο της Κομισιόν που υπήρξε ποτέ (και οι εθνικές κυβερνήσεις φρόντισαν να μην ξαναϋπάρξει): “Σοσιαλιστής, αλλά με ευφυείς ιδέες, σε αντίθεση με τον Schultz” παρατήρησε δηκτικά ο Φλαμανδός πολιτικός. Ο επικεφαλής των Φιλελευθέρων κινήθηκε με επικοινωνιακή άνεση “κονφερανσιέ” στην συζήτηση μη αποφεύγοντας τις ευθείες αντιπαραθέσεις, όπως όταν παρατήρησε ότι τα προβλήματα της Ελλάδας δεν προήλθαν από το χρηματοπιστωτικό σύηστημα αλλά από τις πολιτικές ΠΑΣΟΚ και ΝΔ οι οποίες μέχρι και σήμερα δανειοδοτούνται (όπως και ο ΣΥΡΙΖΑ με 6 εκατ.) από τις τράπεζες.

Η κεντρική ιδέα του Verhofstadt κινήθηκε στην αξιοποίηση του “μεγέθους” της Ευρώπης και στην κινητοποίηση ενός “νεόυ κύματος ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης” στους κλάδους που κάνουν τη διαφορά: τράπεζες, τηλεπικοινωνίες, ενέργεια και κυρίως την ψηφιακή ατζέντα. Επαίνεσε τον επίτροπο Michel Barnier για την τραπεζική ένωση, τάχθηκε υπέρ μιας πιο σκληρής στάσης έναντι της Ρωσίας στην ουκρανική κρίση, υποστήριξε ότι ο λόγος που υπάρχει τόση παράνομη μετανάστευση είναι η απουσία οποιασδήποτε πρόνοιας για νόμιμη μετανάστευση, τόνισε ότι μετά τις αποκαλύψεις Snowden μια πανευρωπαϊκή νομοθεσία προστασίας προσωπικών δεδομένων, ενώ στα θέματα των ελευθεριών επέμεινε ότι δεν εμπίπτουν στην αρχή της επικουρικότητας – διότι κάτι τέτοιο οδηγεί στην περίπτωση της Ουγγαρίας, όπου ο πρωθυπουργός Orban “αλλάζει κάθε πέντε λεπτά το Σύνταγμα”.

Χαρακτήρισε μεγαλύτερο πρόβλημα από το lobbying την έλλειψη ανεξαρτησίας της Κομισιόν απέναντι στις εθνικές κυβερνήσεις, ιδίως τη Γαλλία και τη Γερμανία, επέκρινε τον Jose Barroso για την ανάμιξή του, και μάλιστα με “αρνητικό τρόπο” στα επικείμενα δημοψηφίσματα της Σκωτίας και της Καταλωνίας, παραδέχθηκε ότι για να εμπνευσθούν οι πολίτες χρειάζονται πολιτικοί που να υπερασπίζονται την Ευρώπη και με άλλα επιχειρήματα εκτός της ειρήνης, ενώ προς όσους στο Νότο επιθυμούν την έξοδοο από το ευρώ είπε: “Είναι ενάντια στο προσωπικό σας συμφέρον. Οι απλοί πολίτες θα χάσουν μέρους της αγοραστικής τους δύναμης και οι συνταξιούχοι τις οικονομίες τους”.

Ως η νεώτερη και ευφραδέστερη μεταξύ των συμμετεχόντων η μοναδική γυναίκα της πεντάδας Ska Keller μπόρεσε να έχει μια ζωηρή παρουσία – σφράγισε δε το κλείσιμο της συζήτησης με την πρωτοβουλία της να δώσει στους συνυποψηφίους μηνύματα υπέρ των μαθητριών που έχουν απαχθεί στη Νιγηρία. Κατόρθωσε να συσχετίσει την αξιοποίηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας σχεδόν με οποιαδήποτε ερώτηση της τέθηκε (από την οικονομική πολιτική μέχρι την ουκρανική κρίση) ενώ είχε το πιο έντονα “διεθνιστικό” προφίλ μιλώντας εξ ονόματος “όχι μόνο των πολιτών αλλά όλων των κατοίκων της Ευρώπης”.

“Ο κόσμος δεν εμπιστεύεται τους θεσμούς και την ικανότητά του να επιφέρει αλλαγή.
Η δημοκρατία δεν είναι το να ψηφίζεις κάθε πέντε χρόνια, αλλά το να ακούγεται η φωνή σου όλο τον χρόνο” τόνισε η Γερμανίδα ευρωβουλευτής σχολιάζοντας το ζήτημα της αποχής από τις ευρωεκλογές.

Στο ίδιο πνεύμα υπενθύμισε ότι “πολίτες συλλαμβάνονται επειδή διαδηλώνουν στις Βρυξέλλες για τη διατλαντική συμφωνία ελεύθερου εμπορίου την οποία διαπραγματεύεται η Κομισιόν πίσω απόκλειστές πόρτες”, πρότεινε την διακοπή της εξαγωγής ευρωπαϊκού οπλισμού στη Ρωσία, ενώ ως προς τα οικονομικά θέματα πρότεινε επένδυση “σε μια πιο πράσινη οικονομία που θα δώσει θέσεις εργασίας οι οποίες θα υπάρχουν και σε 20 χρόνια”, ζήτησε διαχωρισμό λιανικής και επενδυτικής τραπεζικής, ενώ τόνισε ότι δεν μπορούμε να μιλάμε μόνο για περικοπές δημοσίως δαπανών όταν στον τομέα των εσόδων η φοροδιαφυγή υπολογίζεται σε 1 τρισ. ευρώ (8% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ). “Οι νέοι δεν προκάλεσαν την κρίση πρέπει να τους δώσουμε τον λόγο ώστε να αποτρέψουμε την επόμενη” δήλωσε χαρακτηριστικά, επικαλέστηκε δηκτικά το Νόμπελ Ειρήνης που έχει λάβει η Ε.Ε. για να σχολιάσει τις μεταναστευτικές πολιτικές των 28.

O Martin Schultz επιχείρησε να μετατρέψει ό,τι του προσάπτεται ως κύριο μειονέκτημα (ότι δηλ. δεν διαθέτει εκτελεστική εμπειρία) σε πλεονέκτημα, δηλώνοντας ότι ως πρώην δήμαρχος και ευρωβουλευτής επί πολλά χρόνια γνωρίζει ότι ο κόσμος υποφέρει. “Να ανοίξουμε τις πόρτες και τα παράθυρα του ευρωπαϊκού σπιτιού ώστε να βλέπουν οι πολίτες τι γίνεται μέσα” ήταν μια χαρακτηριστική φράση του, ενώ απέδωσε την αποχή στο ότι μέχχρι τώρα οι ευρωεκλογές ήσαν βαρετές διότι δεν πρόσφεραν αντιπαράθεση αντιμετωπίζονταν ως “ενδιάμεσες εκλογές” της εθνικής πολιτικής σκηνής.

Ο ίδιος έδειχνε περισσότερο άνετος μιλώντας περί οικονομίας, οπότε παρατήρησε ότι οι περικοπές δεν έφεραν “αξιοπιστία” έναντι των αγορών, ότι μέχρι τώρα οι τράπεζες έπαιρναν το ρίσκο και οι φορολογούμενοι την ευθύνη (και αυτά τα δύο θα πρέπει να συγκεντρωθούν στα ίδια χέρια) και ότι το 96% των Ευρωπαίων πολιτών που ζει με εισόδημα έως 2.000 ευρώ μηνιαίως προκαλείται όταν ακούω να γίνεται λόγο για τα δισ. του χρέους και των διασώσεων..
Στο ερώτημα της παρουσίας θρησκευτικών συμβόλων απάντησε ότι η θρησκευτική ελευθερία πρέπει να είναι αδιαπραγμάτευτη για όλους, αλλά ο δημόσιος χώρος να παραμένει ουδέτερος, ώστε ο καθένας να μπορεί να βρίσκει τον χώρο του, και διαπίστωσε ότι στην Ε.Ε. υφίσταται κίνδυνος συντηρητικής οπισθοχώρησης που θα πρέπει να καταπολεμηθεί.

Ο εμπειρότερος των συμμετεχόντων και ευνοούμενος των δημοσκοπήσεων Jean-Claude Juncker έμοιαζε όπως και στα προηγούμενα ντιμπέιτ να “εκτίει ποινή”, με χαρακτηριστική αδυναμία να εμπνεύσει, μολονότι οι απαντήσεις τους δεν συνιστούσαν υπεκφυγές.

“Θέλω μια Ευρώπη χωρίς τεχνητές διαιρέσεις Νότου-Βορρά ή παλαιών και νέων μελών. Μια Ευρώπη της συναίνεσης που θα επιτρέψει στους Ευρωπαίους να την ερωτευτούν ξανά” ήταν η κωδικοποίηση του οράματος του Λουξεμβούργιου πολιτικού, ο οποίος υποστήριξε ότι μετά την οικονομική κρίση και την κρίση της Ουκρανίας έγινε σαφές ότι η Ε.Ε. προστατεύει τους Ευρωπαίους, ενώ χωρίς το ευρώ η προοπτική θα ήταν οι νομισματικοί πόλεμοι.
Ως πρώην επικεφαλής του Eurogroup, o Jean-Claude Juncker είχε πολλά να πεί για την οικονομία: “όλοι μιλούν σαν να άκουσαν το πρόβλημα τώρα, ενώ δουλεύαμε επί 4 χρόνια μαζί με τους Σοσιαλιστές και τους Φιλελεύθερους, και προτείνουν επενδύσεις. Όμως οι επενδύσεις είναι ανεπαρκείς γιατί αποπληρώνουμε χρέος”.

Άλλωστε, πρόσθεσε, “το 2008 και το 2009 εφαρμόσαμε επεκτατικές κεϋνσιανές πολιτικές - δεν επαναλάβαμε τα λάθη της δεκαετίας του ΄30”.

“Για χρόνια εργάσθηκα νυχθημερόν, ώστε η Ελλάδα, που την αγαπώ, να παραμείνει στην ευρωζώνη, όπως και έπρεπε, και οι αγορές να μη συνεχίζουν να κερδοσκοπούν εις βάρος της. Από όλες τις κατηγορίες αυτή που δεν μπορώ να δεχτώ είναι δεν δείξαμε αλληλεγγύη στην Ελλάδα” ήταν η χαρακτηριστικότερη αναφορά του κεντροδεξιού πολιτικού στη χώρα μας – που την καθιστούσε επίκαιρη η παρουσία του Αλ. Τσίπρα στο ίδιο πάνελ.

Κατά τον Juncker, “αντί να ξοδεύουμε πολά δισ. που δεν έχουμε”, η λύση συνίσταται σε κινήσεις όπως η ολοκλήρωση της διατλαντικής συμφωνίας με ΗΠΑ η οποία θα φέρει 500-600 επιπλέον ευρώ στον κάθε Ευρωπαίο πολίτη.
Σχετικά με την ουκρανική κρίση εμφανίσθηκε ως “περιστερά” δηλώνοντας ότι δικαίως μεν η E.E. αντιτάχθηκε με βάση τις αξίες της “στην απαράδεκτη συμπεριφορά του Putin”, όμως ίδια αποτελεί soft power και όχι στρατιωτική δύναμη, ενώ ο κίνδυνος εμφυλίου πολέμου στην Ουκρανία είναι υπαρκτός. Στόχος; “Να πετύχουμε μια νέα συνάντηση της Γενεύης και τη ομαλή διεξαγωγή των ουκρανικών εκλογών της 25ης Μαϊου, διότι ο νέος πρόεδρος που θα εκλεγεί θα είναι συνομιλητής και για τη Ρωσία”.

Στο θέμα του καταλανικού και σκωτσέζικου αυτονομισμού δήλωσε ότι “θα ήταν σοφό να μην αναμιχθούμε: να σεβόμαστε τα εθνικά συντάγματα και κατά τα λοιπά να μένουμε σιωπηλοί”, στο θέμα των μεταναστευτικών ροών τόνισε ότι θα έπρεπε τα προβλήματα να λύνονται εκεί όπου προκύπτουν αντί να μειώνεται η ευρωπαϊκή αναπτυξιακή βοήθεια προς τις χώρες της Ασίας και της Αφρικής, ενώ στο ερώτημα των θρησκευτικών συμβόλων πρόβαλε δίπολο “δεν διαπραγματευόμαστε τις ελευθερίες, δεν αναμιγνυόμαστε στις εθνικές και τοπικές πρακτικές και παραδόσεις”.

Σε κάθε περίπτωση, το ενδιαφέρον των πολιτών υπήρξε περιορισμένο, αν κρίνουμε από το γεγονός ότι στο Twitter σχολίασαν το ντιμπέιτ μόνο 15.000 άνθρωποι με 63.000 “τιτιβίσματᔨ.


Πηγή:www.capital.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: