Τετάρτη, 22 Νοεμβρίου 2017

Άλλο ένα «ινδοευρωπαϊκό» παραμύθι κατέρρευσε: Αποδείχτηκε η συνέχεια και η αυτοχθονία του Ελληνισμού - Το DNA μίλησε

Γράφει: Θεόφραστος Ανδρεόπουλος

Άλλο ένα «ινδοευρωπαϊκό» παραμύθι κατέρρευσε καθώς πριν λίγους μήνες αποδείχτηκε η συνέχεια και η αυτοχθονία του Ελληνισμού κάτι που φυσικά δεν βολεύει τους εχθρούς που με διάφορους τρόπους επιχειρούν να «κοντύνουν» την Ιστορία του

Το DNA μίλησε και όπως πάντα δεν ψεύδεται. 

Φως στον μυστηριώδη αρχαίο μινωικό πολιτισμό της Κρήτης, αλλά και στον αντίστοιχο λαό στην ελληνική ηπειρωτική χώρα, τους Μυκηναίους. Ο μινωικός πολιτισμός υπήρξε περίπου από το 2600 μέχρι το 1100 π.Χ., ενώ οι Μυκηναίοι έζησαν περίπου από το 1700 μέχρι το 1050 π.Χ. όπως
αναφέρει το indeepanalysis.gr


Προσοχή! Η έρευνα δημοσιεύθηκε από το αμερικανικό Fox News 

Να προσθέσουμε ότι βάση της ελληνικής Μυθολογίας που είναι η αρχέγονη Ιστορία του Ελληνισμού υπό μορφή... κώδικα, ο Δώρος, ο Ίωνας, ο Αίολος και ο Αχαιός ήταν άμεσοι συγγενείς.

Για την ακρίβεια ο Έλληνας ο οποίος είναι ο γενάρχης της ελληνικής Φυλής γέννησε τον Δώρο (γενάρχη των Δωριέων), τον Ξούθο (γενάρχη Ιώνων και Αχαιών που είναι το ίδιο φύλο σχεδόν) και τον Αίολο (οι Αιολείς). Aπό τον Ξούθο γεννήθηκαν ο Ίωνας και ο Αχαιός και προέρχονται οι Ίωνες και οι Αχαιοί

Είναι σαφές λοιπόν ότι για τους αρχαίους Έλληνες δεν υπήρχαν «κάθοδοι» Αχαιών και Δωριέων και άλλες ιστορίες που κάποιοι τις επέβαλαν ως θέσφατα και διδάσκονται ακόμα και στα ελληνικά σχολεία!

Οι Μίνωες για χρόνια προβλημάτιζαν τους ιστορικούς. Ήταν ένας λαός που δημιούργησε το πρώτο σύστημα γραφής και έχτισε πελώρια και περίπλοκα ανάκτορα με εντυπωσιακή τέχνη, αλλά φαινόταν να έχει εμφανιστεί από το πουθενά.

Τώρα όμως, ερευνητές από το Max Planck Institute for the Science of Human History και η Ιατρική Σχολή του Harvard έκαναν έρευνες σε αρχαίο DNA για να βρουν απαντήσεις.

Ανάλυσαν γονιδιακά στοιχεία από 19 άτομα, συμπεριλαμβανομένων Μινώων, Μυκηναίων, έναν από τη νεολιθική αρχαία Ελλάδα, και άτομα της Εποχής του Χαλκού από τη Νοτιοδυτική Ανατολία, που βρίσκεται στην Τουρκία, σήμερα. Συγκρίνοντας, στη συνέχεια, τις πληροφορίες που άντλησαν με προηγούμενα δεδομένα από περίπου 3.000 ανθρώπους, αρχαίους και σύγχρονους, μπόρεσαν να βρουν τις σχέσεις μεταξύ των πληθυσμιακών ομάδων.

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι Μίνωες είναι γενετικά πολύ όμοιοι με τους Μυκηναίους. Άτομα και από τους δύο πολιτισμούς έχουν κοινό πάνω από το 75% της καταγωγής τους με αγροτικό πληθυσμό που ζούσε στην Ελλάδα και τη Δυτική Τουρκία κατά τη Νεολιθική περίοδο.

«Αυτό είναι πολύ σπουδαίο – πρόκειται για γενετική συνέχεια με τους πρώτους αγρότες της Ευρώπης – εγκαταστάθηκαν στην περιοχή περίπου 4.000 χρόνια πριν τους Μίνωες και τους Μυκηναίους», επισημαίνει η Δρ. Alissa Mittnik, ερευνήτρια στο Max Planck Institute for the Science of Human History.

«Αυτό προκαλεί έκπληξη, διότι οι Μυκηναίοι από πολλές απόψεις ήταν πολιτισμικά διαφορετικοί από τους Μίνωες: η τέχνη τους και οι τάφοι τους είναι γεμάτοι όπλα, είχαν άλογα, άρματα και αυστηρή ιεραρχική δομή, επειδή έθαβαν τους αρχηγούς τους με πολύ μεγάλες ποσότητες χρυσού και έχτιζαν τις “κυκλώπειες” ακροπόλεις τους με πελώρια ασβεστολιθικά τούβλα», προσθέτει ο Ιωσήφ Λαζαρίδης, μεταδιδακτορικός υπότροφος στην Ιατρική Σχολή του Harvard. «Οι ύστεροι Μυκηναίοι συνήθως ταυτίζονταν με τους Αχαιούς της ομηρικής Ιλιάδας, που ήταν αυτοί που κυρίευσαν την Τροία».

Ο κ. Λαζαρίδης εξήγησε ότι το υπόλοιπο της καταγωγής των Μινώων και των Μυκηναίων προήλθε από την Αρμενία, τη Γεωργία και το Ιράν. Η καταγωγή των Μυκηναίων επίσης φτάνει μέχρι και την Ανατολική Ευρώπη και τη Σιβηρία, ενώ επεσήμανε ότι οι σύγχρονοι Έλληνες γενετικά είναι αρκετά όμοιοι με τους Μυκηναίους.

«Οι Μίνωες και οι Μυκηναίοι δεν είχαν κάποια ξεχωριστή καταγωγή: δημιουργήθηκαν από το ίδιο “υλικό” όπως άλλοι λαοί από την Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή. Έτσι, δεν μπορούμε να απαντήσουμε στο ερώτημα γιατί αυτοί οι πολιτισμοί άνθισαν χιλιάδες χρόνια πριν, αλλά μπορούμε τουλάχιστον να ρίξουμε λίγο φως στο ποιοι ήταν και από πού ήρθαν», αναφέρει ο κ. Λαζαρίδης.

Τα ευρήματα δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Nature. Πηγή






Δεν υπάρχουν σχόλια: