Τετάρτη, 6 Απριλίου 2016

Οι τράπεζες δεν μπορούν να ανταποκριθούν στο αίτημα του Draghi


Στον πυρήνα του τελευταίου γύρου μέτρων τόνωσης της οικονομίας από την ΕΚΤ βρίσκεται ένα απλό στοίχημα: Το γεγονός ότι οι ευρωπαϊκές τράπεζες που έχουν περάσει τα stress tests μπορούν να οδηγηθούν στην αύξηση της δανειοδότησης. Τι γίνεται όμως αν οι τράπεζες τελικά δεν είναι τόσο υγιείς όσο λέει ο επικεφαλής της ΕΚΤ Mario Draghi; Κι αν οι εταιρείες τελικά δε θέλουν να δανειστούν ή οι καταθέτες αποδεχτούν ασταθείς;

Η Ευρώπη σαφώς έχει τόσο ισχυρές όσο και αδύναμες τράπεζες, ωστόσο ο παραδοσιακός ρόλος του τραπεζικού συστήματος του να προσελκύει βραχυπρόθεσμες καταθέσεις και να τις μετατρέπει σε
δάνεια, έχει αρχίσει να "ξεφτίζει” κατά μήκος της Ευρωζώνης. Αυτό δεν καθιστά απλώς απίθανο για τις τράπεζες να διαδραματίσουν ένα ρόλο μετάδοσης από τον οποίο εξαρτόνται τα μέτρα της ΕΚΤ, αλλά αυξάνει επίσης τον κίνδυνο για λανθασμένη διανομή των κεφαλαίων. Δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς πώς οποιασδήποτε σειρά δυσμενών σεναρίων θα μπορούσει να κάμψει τις σχετικά αδύναμες τραπεζικές άμυνες.

Μία ένδειξη του μεταβαλλόμενου τραπεζικού περιβάλλοντος είναι το γεγονός ότι οι τραπεζικές καταθέσεις παραμένουν στα επίπεδα του 2008, ενώ τα τραπεζογραμμάτια σε κυκλοφορία έχουν σχεδόν διπλασιαστεί. Η "παρακμή” των τραπεζών ως επιλογή για βραχυπρόθεσμες καταθέσεις έχει συνοδευθεί τη μειωμένη δανειοδότηση της πραγματικής οικονομίας.


Αυτή η αποφυγή των τραπεζών έχει βαθιές επιπτώσεις. Η ποσοτική χαλάρωση σχεδιάστηκε ώστε να αυξηθούν τα μετρητά που είναι διαθέσιμα για δάνεια, ενώ τα αρνητικά επιτόκια εισήχθησαν ώστε να "τιμωρήσουν" τα αδρανή χρήματα. Η χορήγηση δανείων όμως μειώθηκε κατά περισσότερο από 10% από το υψηλό που είχε αγγίξει το 2009, ένδειξη της έλλειψης ζήτησης.

Η αντίδραση αυτή είναι παρόμοια με αυτή των ιαπωνικών τραπεζών τη δεκαετία του 1990, όταν η εφαρμογή νέων κεφαλαιακών απαιτήσεων πυροδότησε μια κρίση στον τραπεζικό κλάδο και ευρύτερες οικονομικές επιπτώσεις. Το 1997, σε μια μελέτη που είχα συντάξει μαζί με άλλους σχετικά με εκείνη την περίοδο, βρήκαμε οτι ο δανεισμός που δημιουργούσε βραχυπρόθεσμα αδιανέμητα κέρδη και ενίσχυε τα τραπεζικά κεφάλαια, ήταν ελκυστικός δεδομένου του νέου ρυθμιστικού περιβάλλοντος. Υπήρχε υψηλή συσχέτιση μεταξύ του δανεισμού υψηλού κινδύνου και της εισαγωγής νέων κεφαλαιακών απαιτήσεων το 1992 από την Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών.

Υπήρχαν κι άλλοι παράγοντες που συνέβαλαν στην ιαπωνική κρίση, αλλά όπως σημειώνει το ΔΝΤ σε μία έκθεσή του για εκείνη την περίοδο "η ιαπωνική τραπεζική κρίση λειτουργεί ως προειδοποίηση πως μια τέτοια κρίση μπορεί να συμβεί και σε ένα φαινομενικά ανθεκτικό και σχετικά περίπλοκο χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Οι ευρωπαϊκές τράπεζες μπορεί να είναι πιο υγιείς από την πλειονότητα των ιαπωνικών τραπεζών εκείνης της περιόδου, ωστόσο αυτό δεν σημαίνει ότι είναι άτρωτες. Σύμφωνα με μια έκθεση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας του 2015, τα ευρωπαϊκά μη εξυπηρετούμενα δάνεια έχουν τριπλασιαστεί από το 2008. Ταυτόχρονα, υπό την πίεση της μείωσης των επιτοκίων, η κερδοφορία των ευρωπαϊκών τραπεζών λιανικής έχει επίσης μειωθεί, με την απόδοση των πάγιων στοιχείων να έχει υποχωρήσει στο μηδέν το 2013 από το 0,6% το 2007. Έκτοτε, τα αρνητικά επιτόκια δεν έχουν βοηθήσει - ενθαρρύνουν τις τράπεζες να επιδιώκουν ευκαιρίες μεγαλύτερου κέρδους (και μεγαλύτερου κινδύνου).

Ο δανεισμός βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα και η εικόνα των μη εξυπηρετούμενων δανείων δείχνει μία σταδιακή αύξηση της ανάληψης κινδύνων από τις τράπεζες, πιθανότατα για να αντισταθμίσουν τα χαμηλότερα περιθώρια κέρδους και τα υψηλότερα επίπεδα κεφαλαιοποίησης που απαιτούνται μετά την χρηματοπιστωτική κρίση.

Οι πιο αδύναμες τράπεζες βρίσκονται προφανώς και στις πιο προβληματικές οικονομίες της Ευρωζώνης. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια εκτιμάται ότι αντιστοιχούν στο 4% των δανείων στη Γαλλία, στο 7% στην Ισπανία και φτάνουν ακόμη και το 17% στην Ιταλία. Τα παραπάνω στοιχεία συγκρίνονται με τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια στη Γερμανία που βρίσκονται στο 2% και με αυτά των ΗΠΑ που αγγίζουν μόλις το 1%.

Η αυξημένη πίεση που υφίσταται το τραπεζικό σύστημα της Ευρώπης αντανακλάται στη μείωση δύο ακόμη μεγεθών: στην τιμή των τραπεζικών μετοχών και στην αγορά των ασφάλιστρων έναντι κινδύνου χρεοκοπίας (CDS - credit default swaps). Οι δείκτες των τραπεζικών μετοχών επέστρεψαν στα επίπεδα που καταγράφηκαν αμέσως μετά την κρίση, σημειώνοντας μια μείωση της τάξης του 70% από το υψηλό του 2007. Με τόσο χαμηλά επίπεδα κεφαλαιοποίησης, οι τράπεζες βλέπουν τα περιθώρια κέρδους τους να συμπιέζονται και ακόμη λιγότερα κεφάλαια είναι διαθέσιμα για δανεισμό.

Τα ασφάλιστρα κινδύνου χρεοκοπίας -που επί της ουσίας είναι ασφαλιστήρια συμβόλαια έναντι της μη αποπληρωμής ενός τίτλου- μπορεί να μην αποτελούν πλέον τον δείκτη που ήταν κάποτε, αλλά και πάλι περιγράφουν την εικόνα. Δείχνουν οτι η πιθανότητα να χρεοκοπήσει μία τράπεζα έχει αυξηθεί σημαντικά. Ο κίνδυνος του μειωμένης εξασφάλισης χρέους των ευρωπαϊκών τραπεζών, σύμφωνα με τις τιμές των CDS, έχει υπερδιπλασιαστεί από τον Σεπτέμβριο του 2014.


Η απουσία ενός συστήματος εγγύησης καταθέσεων στην Eυρωζώνη, που επιζητεί η Ιταλία αλλά βρίσκει αντίθετη τη Γερμανία, σημαίνει ότι οι τραπεζικές καταθέσεις υποστηρίζονται από επιμέρους κρατικές πιστώσεις, αντί από μία νομισματική αρχή. Ενώ η Ιταλία απέτρεψε τη μετάδοση από τα προβλήματα που αντιμετώπισε νωρίτερα φέτος η τρίτη μεγαλύτερη τράπεζά της, η Banca Monte dei Paschi, δεν είναι σαφές – δεδομένου του μεγάλου δημόσιου χρέους της - οτι θα είναι σε θέση να το επαναλάβει με πειστικό τρόπο σε περίπτωση που επηρεαστούν περισσότερες τράπεζες. Και ένα πρόβλημα στην Ιταλία θα μπορούσε εύκολα να εξαπλωθεί. Το μόνο που χρειάζεται είναι ένα εξωτερικό σοκ. Πράγματι, είκοσι από τις μεγαλύτερες τράπεζες της Ευρώπης έχουν ενεργειακά δάνεια συνολικού ύψους 200 δισ. δολ., ήτοι το ένα τέταρτο του συνόλου της χρηματιστηριακής αξίας τους. Οι τιμές του πετρελαίου έχουν ενισχυθεί το τελευταίο διάστημα, αλλά δεν χρειάζεται πολλή φαντασία για να δει κανείς πώς μία αντιστροφή της πορείας θα μπορούσε να αποδειχθεί καταστροφική. Και αυτό είναι μόνο ένα από μία σειρά πιθανών σοκ.

Ο Draghi έχει αντικρούσει τους ισχυρισμούς οτι η ΕΚΤ έχει ξεμείνει από "καύσιμα' για να τονώσει τη ζήτηση στην ευρωζώνη -αντιθέτως έχει πατήσει το πεντάλ του γκαζιού. Η προσέγγιση του "όλα ή τίποτα” αγνοεί το γεγονός οτι οι ευρωπαϊκές τράπεζες- οι μοχλοί μετάδοσης της αναμενόμενης τόνωσης – δεν είναι σε θέση να διαδραματίσουν τον ρόλο που έχει δοθεί.

Δεν υπάρχουν σχόλια: