Πέμπτη, 15 Οκτωβρίου 2015

Η τουρκική οικονομία αντιμέτωπη με τον κίνδυνο του χάους

Του Κώστα Ράπτη

Το μακελειό του Σαββάτου στην Άγκυρα ανέδειξε τον κίνδυνο διολίσθησης της γειτονικής Τουρκίας στο χάος. Υπενθύμισε όμως και την αλληλεπίδραση των πολιτικών εντάσεων με την οικονομική κρίση, σε μία συγκυρία κατά την οποία η χώρα του Tayyip Erdogan βρίσκεται αντιμέτωπη με προβλήματα τόσο συγκυριακά (όπως αυτά που γεννά σε όλες τις αναδυόμενες οικονομίες η άνοδος του δολαρίου), όσο και διαρθρωτικά – αποτυπωμένα στο παγίως υψηλό έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών.

Να μιλάμε πλέον για την Τουρκία ως επενδυτικό προορισμό είναι μάλλον κωμικοτραγικό, εν μέσω ενός ακήρυχτου εμφυλίου πολέμου. Και όμως: εν όψει της αναμέτρησης της 1ης Νοεμβρίου τα πολιτικά κόμματα απερίσπαστα μοιράζουν προεκλογικές υποσχέσεις – με περισσότερη γαλαντομία η κεμαλιστική κεντροαριστερή αντιπολίτευση, που κάνει λόγο για καθιέρωση 13ης και 14ης σύνταξης και με υπερβάλλουσα αυτοπεποίθηση οι κυβερνώντες ισλαμοδημοκράτες, για τον "αναπτυξιακό δρόμο” στο οποίο έχουν οδηγήσει τη χώρα.

Όμως, ανακοινώνοντας το νέο Μεσοπρόθεσμο Οικονομικό της Πρόγραμμα, η τουρκική κυβέρνηση αναπροσάρμοσε προς τα κάτω τις προβλέψεις της για τους ρυθμούς ανάπτυξης από το 4% στο 3% το 2015, από το 5% στο 4% το 2016 και από το 5% στο 4,5% το 2017. Επιπλέον το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών αναμένεται να διαμορφωθεί στο 5,2% του ΑΕΠ φέτος και 4,9% του χρόνου, με προοπτική περιορισμού του στο 4,4% το 2018, ενώ ο πληθωρισμός προβλέπεται να κλείσει στο 7,6% (αντί για 6,3%), ήτοι μακριά από τον επίσημο στόχο του 5%.

Το ΔΝΤ από την πλευρά του είναι περισσότερο απαισιόδοξο. Στις φθινοπωρινές του προβλέψεις (World Economic Οutlook) εκτιμά ότι ο ρυθμός ανάπτυξης θα διαμορφωθεί στο 3% το 2015 και στο 2,9% το 2016 – όταν το δημογραφικό προφίλ της Τουρκίας προϋποθέτει ανάπτυξη της τάξης του 3,5% μόνο και μόνο για να μείνει το ποσοστό ανεργίας σταθερό.

Η Παγκόσμια Τράπεζα, πάλι, στην τακτική έκθεσή της για την Τουρκία, με ημερομηνία 13 Οκτωβρίου, παρατηρεί ότι παρά την υποχώρηση των τιμών του πετρελαίου το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών στους 12 μήνες που προηγήθηκαν του Ιουλίου ανήλθε στα 45 δισ. δολάρια, έναντι 42,6 δισ. δολάρια το 2014. Αποδίδει δε την εξέλιξη αυτή στην επιβράδυνση των κυριότερων εμπορικών εταiρειών της Τουρκίας (Ε.Ε., Βόρειος Αφρική) και στην υποχώρηση του τουριστικού ρεύματος (3,3 εκατ. αφίξεις το 2014) από τη Ρωσία.

Οι Ρώσοι πολίτες βρίσκονται βέβαια αντιμέτωποι με τις δυσχέρειες που έχει προκαλέσει η υποχώρηση του ρουβλίου και η ύφεση (στο φόντο της πτώσης της τιμής του πετρελαίου και των δυτικών κυρώσεων κατά της Ρωσίας). Όμως η συνολική επιδείνωση των ρωσο-τουρκικών σχέσεων, προοιωνίζεται μεγαλύτερους οικονομικούς κραδασμούς, καθώς οι δύο πλευρές δεν θα είναι πια σε θέση να διαχωρίζουν τις διαφωνίες τους ως προς τη Συρία από την εμπορική τους συνεργασία. Ήδη η Gazprom ανακοίνωσε, επικαλούμενη διαφωνίες ως προς την τιμολόγηση, ότι το σχέδιο του αγωγού φυσικού αερίου TurkStream, θα έχει, αν υλοποιηθεί, τη μισή από την αρχικώς προβλεπόμενη δυναμικότητα των 63 bcm, ενώ και ο Tayyip Erdogan υπαινίχθηκε ακύρωση του συμβολαίου κατασκευής πυρηνικού σταθμού στο Ακουγιού από τη Rosatom. Οι καλοί καιροί που οι τουρκικές κατασκευαστικές εταιρείες αναλάμβαναν έργα ύψους 50 δισ. δολαρίων στη Ρωσία (από το 1990 και εξής με αιχμή τις υποδομές των Χειμερινών Ολυμπιακών Αγώνων του Σότσι) αποτελούν ούτως ή άλλως παρελθόν.

Πάντως, η Παγκόσμια Τράπεζα διαπιστώνει μιαν αύξηση των επενδυτικών δαπανών το δεύτερο τρίμηνο, οφειλόμενη πιθανότατα σε τακτοποίηση εκκρεμοτήτων πριν από τις εκλογές του περασμένου Ιουνίου, ενώ προειδοποιεί ότι η μείωση του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών σε επίπεδα κάτω από το 5,5% προϋποθέτει διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, που με τη σειρά τους προαπαιτούν πολιτική σταθερότητα. Στο τωρινό περιβάλλον η επιδίωξη φαντάζει ουτοπική.

Το κυριότερο πρόβλημα, ωστόσο, είναι η υπερχρέωση του τουρκικού ιδιωτικού τομέα (χρηματοπιστωτικού και μη), η οποία, σύμφωνα με στοιχεία της κεντρικής τράπεζας της Τουρκίας, μεταφράζεται σε βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις (ήτοι με λήξη σε διάστημα μικρότερο του 12μήνου) 170,8 δισ. δολαρίων. Ωστόσο, η αναζήτηση εξωτερικής χρηματοδότησης δυσχεραίνεται, αφενός διότι το 53,8% των χρεών είναι στο αμερικανικό νόμισμα (έναντι του οποίου η λίρα υποχώρησε κατά περίπου 30% από τις αρχές του έτους), αφετέρου διότι οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης περιγράφουν ως αρνητικές τις προοπτικές της τουρκικής οικονομίας. Ήδη τον Μάιο η Moody's υποβάθμισε 15 τουρκικές τράπεζες.

Το ΔΝΤ επισημαίνει ότι ο ρυθμός αύξησης του χρέους του ιδιωτικού τομέα στην Τουρκία την περίοδο 2007-2014 υπήρξε ο υψηλότερος παγκοσμίως μετά από αυτόν της Κίνας. Αποτελεί αυτό την πίσω όψη του "τουρκικού θαύματος” επί των ημερών του Tayyip Erdogan – που δείχνει να αποδιαρθρώνεται τόσο πολιτικά όσο και οικονομικά.

Δεν υπάρχουν σχόλια: