Τρίτη, 4 Αυγούστου 2015

Όταν ο ALAIN DUREL συνάντησε τον πατέρα Αμβρόσιο.

Ο Βασίλειος ανέθεσε τη μοναστική μου διαπαιδαγώγηση σ’ ένα μοναχό της Μονής Σταυρονικήτα στον όποιον είχε απόλυτη εμπιστοσύνη. Ό πατήρ Αμβρόσιος ήταν πρώην Βενεδικτίνος μοναχός, ειδικός στους Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας, ό όποιος είχε μεταστραφεί στην ορθοδοξία και είχε γίνει πνευματικός.

Τον υπολόγιζα σαραντάρη• ήταν λεπτός, όχι πολύ ψηλός, φίνος χιουμορίστας. Παρ’ όλο πού ήταν μεγάλος ασκητής, ποτέ δε γέλασα τόσο πολύ όσο όταν ήμουν κοντά του. Επί ένα χρόνο, ως υπεύθυνος για την περίοδο της δοκιμής μου, με δίδαξε την τέχνη της αγιορείτικης προσευχής. 

«Αν το επιθυμείς», έλεγε, «μπορείς να προσθέσεις προσευχές και μετάνοιες στον κανόνα πού κάνεις στο κελί, αλλά αυτό πού θα προσθέσεις, προπάντων μην το μετράς! 

Να σκέπτεσαι το στόχο και να μη μένεις στα μέσα. Δεν είμαστε μισθοφόροι. ’Αν έρθει ή ώρα της προσευχής και είσαι εξαντλημένος ή άρρωστος, μη φυλακίσεις τη συνείδησή σου σε μια νομικίστικη λογική, κάθισε και επικαλέσου το Θεό μέσα στην καρδιά σου. Κι αν δεν μπορείς ούτε αυτό, μείνε σιωπηλός μπροστά στις εικόνες. ’Αν όμως, αντίθετα, έχεις δυνάμεις, μη διστάσεις να υπερβείς το μέτρο, επειδή ή ζωή μας δε διέπεται από τη λογική τού κόσμου. 
 
Στον πατέρα Αμβρόσιο οφείλω μια από τις μεγαλύτερες λογοτεχνικές και πνευματικές ανακαλύψεις της ζωής μου: τον Γρηγόριο Νύσσης. Ή ανακάλυψη αυτή έμελλε να μέ οδηγήσει στη συγγραφή τού βιβλίου μου EROS TRANS FIGURE CERF 2007 

Αυτό πρέπει να έγινε προς το τέλος Σεπτεμβρίου, λίγο μετά τον εσπερινό. Ό καιρός ήταν ακόμα πολύ γλυκός και συζητούσαμε στη μέση της αυλής του μοναστηριού, όταν άρχισε να μου μιλά για τον άγιο αυτόν πατέρα πού έχει ονομαστεί «Διδάσκαλος της Οικουμένης» (Άγιος Μάξιμος ό Ομολογητής, Ελληνική Πατρολογία, 91, 161). 

Μού εξέθεσε την πνευματική του διδασκαλία, ένα χα-χαρακτηριστικό της οποίας είναι ή θέση του περί τού άπειρου χαρακτήρα της επιθυμίας τού ανθρώπου ως εικόνας τού Θεού, και μού μίλησε για την αποφατική του προσέγγιση στην πνευματική ζωή. 

«Το ζωντανό Θεό δε θα τον συναντήσετε συσσωρεύοντας γνώσεις, αλλά αντιθέτως, αποβάλλοντας κάθε παράσταση σχετική με Αυτόν. Κάθε έννοια περί Θεού είναι ένα είδωλο πού σάς κόβει το δρόμο της πνευματικής εμπειρίας. Δεν συναντιόμαστε με το Θεό παρά μόνο μέσα στο σκότος της αγνωσίας, εκεί όπου μόνον ή αγάπη μπορεί να γίνει οδηγός μας». 

Ό Αμβρόσιος μού εξήγησε ότι, κατά τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης, δε χρειάζεται να αναζητήσουμε το Θεό έξω από μάς, αλλά αντιθέτως πρέπει να καθαρίσουμε τον καθρέφτη της ψυχής μας για να δούμε εκεί να λάμπει ολοφώτεινο το πρόσωπό Του.

Ή διδασκαλία τού πατρός Αμβροσίου επί της μυστικής θεολογίας τού Γρηγορίου Νύσση υπήρξε ένα σημαντικό βήμα στην πορεία μου προς το χριστιανισμό. «Ό μοναχός, κατά τη μυστική του ανάβαση», λέει ό άγιος Γρηγόριος Νύσσης, «προχωρεί “συνεχώς προς τα ενδότερα”» (Ελληνική Πατρολογία, 44, 1036 Α). Ή επιστροφή στον εαυτό του είναι ή κατάσταση πού αρμόζει στο πνεύμα. Με αυτή την έννοια, ή πνευματική κίνηση τείνει κατ’ αρχήν, εξαλείφοντας σταδιακά αυτά πού έχουμε, να ανασυστήσει αυτό πού είμαστε. Ή ψυχή καθαρίζεται αφαιρώντας ένα ένα τα πουκάμισά της και ή υπέρτατη στιγμή είναι εκείνη κατά την όποια, έχοντας ξεφορτωθεί όλα της τα καλύμματα, παρουσιάζεται γυμνή ενώπιον τού Θεού. Φαίνεται ότι ή παρουσία της αυτή είναι ή αντανάκλαση τού εσώτατου βάθους της ψυχής όπου λάμπει ή θεία φλόγα... 

— Μα, έδώ δεν έχουμε τη μυστική ινδική διδασκαλία, ότι επιστρέφουμε στον εαυτό μας και πραγματοποιούμε αυτό πού ήδη είμαστε; πετάχτηκα εγώ. 

— Έδώ θέλει προσοχή, λέει χαμογελώντας ό πατήρ Αμβρόσιος. Ό Γρηγόριος Νύσσης χρησιμοποιεί ελεύθερα τη φιλοσοφία τού Πλωτίνου, ή οποία, με την έννοια αυτή, είναι πολύ κοντά στον ινδουιστικό μυστικισμό, τελικά όμως δίνει έμφαση σε μια πολύ ουσιαστική διαφορά μεταξύ της φιλοσοφίας αυτής και της δικής του: ή ομοίωση με το Θεό δεν είναι έργο τού ανθρώπου αλλά δωρεά. Αυτή και μόνη ή διαφορά αρκεί για να αλλάξει τις έννοιες των διατυπώσεων πού ό Γρηγόριος δανείζεται από τον Πλωτίνο: «Ού γάρ ήμέτερον έργον ουδέ δυνάμεως ανθρώπινης εστί κατόρθωμα ή προς το θείον ομοίωσης, αλλά της του Θεού μεγαλοδωρεάς εστίν...» (Ελληνική Πατρολογία, 46, 372 Ο. )

Ή ομοίωση με το Θεό δεν είναι μια ιδιότητα πού ή ψυχή θα μπορούσε να αποκτήσει απλά επειδή καθαρίστηκε. Είναι χάρις πού δίδεται στην ψυχή ή οποία στρέφεται προς το Θεό. «Μόνη συ γέγονας της ύπερεχούσης πάντα νουν φύσεως απεικόνισμα, του άφθαρτου κάλλους, της αληθινής θεότητος αποτύπωμα, της μακαρίας ζωής δοχείον, του αληθινού φωτός εκμαγείων, προς ό βλέπουσα, εκείνο γίνη. όπερ εκείνος εστί, μιμούμενη τον εν σοί λάμποντα διά της άντιλαμπούσης αυγής εκ της σης καθαρότητος» (Ελληνική Πατρολογία, 44, 805 Ό). 

Έδώ λοιπόν, δεν είμαστε μπροστά σε μια θεότητα εγγενή στην ψυχή, όπως στην ίνδουιστική θρησκεία, αλλά ενώπιον ενός ελευθέρου προσώπου πού μπορεί να στραφεί προς το Θεό και στο όποιο ένας προσωπικός Θεός μεταδίδει ελεύθερα τη ζωή. Έτσι, ή ψυχή δεν είναι εκ φύσεως όμοια με το Θεό αλλά γίνεται όμοια, όταν στρέφεται προς Αυτόν. Αυτό πού πρέπει να ξαναβρούμε μέσα μας είναι ή χάρις. 

— Δεν καταλαβαίνω, είπα εγώ. Ή ψυχή αποτελείται από την ουσία τού Θεού, ναι ή όχι; 

— Ή ψυχή δεν είναι εκ φύσεως θεϊκή, απάντησε ό πατήρ Αμβρόσιος, ή μάλλον κατέχει μια αντανάκλαση του Θεού που ονομάζεται Ελευθερία, χωρίς να έχει μέσα της το θείο κάλλος των αρετών. Τη χάρη αυτή τη δέχεται από Εκείνον. Για να καθαρθει, πρέπει να στραφεί προς την πηγή της καθαρότητας. Όταν μεταμορφωθεί από το 'Άγιο Πνεύμα, δε θα χρειάζεται πια παρά να κοιτάξει τον εαυτό της για να δει να λάμπει μέσα της ό Θεός όπως σ’ έναν καθρέφτη. 

Μερικές μέρες μετά από την εποικοδομητική αυτή συζήτηση, συνειδητοποίησα την ίδια μου την αναπνοή. Ένα ωραίο πρωί, κατάλαβα ότι ή αναπνοή μου δεν ήταν προαιρετική, αλλά υποκινούμενη από κάτι το εσωτερικό, ότι «άνέπνεα για να με ζήσω», όπως μια μητέρα θηλάζει το παιδί της. Οι αρχαίοι Έλληνες -έχω στο νου μου τούς δασκάλους των ελληνιστικών σχολών- είχαν αντιληφτεί τη χαρά της καθαρότητας, όταν τα πάθη σχολάζουν. Στον ’Άθωνα, γύριζα πίσω στην πηγή του είναι, μέχρι τη δωρεά και, πέρα από τη δωρεά, στο Δωρεοδότη. Ή αποκάλυψη αυτή μακράν του να με κάνει να αναδιπλωθώ στον εαυτό μου, με άνοιξε προς μια ριζική ετερότητα, με συνέδεσε προς ένα υποκείμενο, προς Κάποιον.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ALAIN DUREL. Η ΧΕΡΣΟΝΗΣΟΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ. ΑΤΕΡΜΟΝΟΝ 

Δεν υπάρχουν σχόλια: